διασκόρπισις

διασκόρπ-ῐσις, εως, ,
A scattering abroad, Zos.Alch.p.178 B.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασκορπίσει — διασκόρπισις scattering abroad fem nom/voc/acc dual (attic epic) διασκορπίσεϊ , διασκόρπισις scattering abroad fem dat sg (epic) διασκόρπισις scattering abroad fem dat sg (attic ionic) διασκορπίζω scatter abroad aor subj act 3rd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκορπίσεις — διασκόρπισις scattering abroad fem nom/voc pl (attic epic) διασκόρπισις scattering abroad fem nom/acc pl (attic) διασκορπίζω scatter abroad aor subj act 2nd sg (epic) διασκορπίζω scatter abroad fut ind act 2nd sg διασκορπίζω scatter abroad aor… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκόρπισιν — διασκόρπισις scattering abroad fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκόρπιση — η (Α διασκόρπισις, εως) 1. το να διασκορπίζει κανείς κάτι 2. σπατάλη, διασπάθιση …   Dictionary of Greek

  • διασκορπίσεως — διασκορπίσεω̆ς , διασκόρπισις scattering abroad fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασκορπίσῃ — διασκορπίσηι , διασκόρπισις scattering abroad fem dat sg (epic) διασκορπίζω scatter abroad aor subj mid 2nd sg διασκορπίζω scatter abroad aor subj act 3rd sg διασκορπίζω scatter abroad fut ind mid 2nd sg διασκορπίζω scatter abroad aor subj mid… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.